πείνα

πείνα
η голод; голодуха (прост.);
απεργία πείνας голодовка;

εξαντλώ απ' την πείνα — морить голодом;

ψοφάω ( — или δεν σε βλέπω) απ' την πείνα — умирать с голоду; — очень хотеть есть;

σπάζω την πείνα — заморить червячка;

κατευνάζω την πείνα μου — утолить голод


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "πείνα" в других словарях:

  • πείνα — πείνᾱ , πεῖνα hunger fem nom/voc/acc dual πείνᾱ , πεῖνα hunger fem nom/voc/acc dual (ionic) πείνᾱ , πεῖνα hunger fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεῖνα — hunger fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείνα — Η έλλειψη τροφής, λιμός. Η λήψη θρεπτικών ουσιών καταπραΰνει την π. Το ποσό των τροφίμων που απαιτείται για να κορεστεί η π. ποικίλλει ανάλογα με τα άτομα και το κλίμα. Απεργία π. λέγεται ιδιότυπο είδος απεργίας που χρησιμοποιήθηκε στους… …   Dictionary of Greek

  • πείνα — η 1. έντονη επιθυμία τροφής. 2. έλλειψη τροφίμων, λιμός: Πολλοί λαοί απειλούνται από την πείνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεινᾶ — πεινάω to be hungry pres subj act 1st sg (doric aeolic) πεινάω to be hungry pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείνας — πείνᾱς , πεῖνα hunger fem acc pl πείνᾱς , πεῖνα hunger fem gen sg (doric aeolic) πείνᾱς , πεῖνα hunger fem acc pl (ionic) πείνᾱς , πεῖνα hunger fem gen sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεινάων — πεινά̱ων , πεῖνα hunger fem gen pl (epic aeolic) πεινά̱ων , πεῖνα hunger fem gen pl (epic ionic aeolic) πεινάω to be hungry pres part act masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πείναν — πείνᾱν , πεῖνα hunger fem acc sg (doric ionic aeolic) πείνᾱν , πεινάω to be hungry imperf ind act 3rd pl (doric aeolic) πείνᾱν , πεινάω to be hungry imperf ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεινάσει — πεινά̱σει , πεινάω to be hungry aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) πεινά̱σει , πεινάω to be hungry fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) πεινά̱σει , πεινάω to be hungry fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεινάσηι — πεινά̱σῃ , πεινάω to be hungry aor subj mid 2nd sg (epic doric aeolic) πεινά̱σῃ , πεινάω to be hungry aor subj act 3rd sg (epic doric aeolic) πεινά̱σῃ , πεινάω to be hungry fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεινάσουσι — πεινά̱σουσι , πεινάω to be hungry aor subj act 3rd pl (epic doric aeolic) πεινά̱σουσι , πεινάω to be hungry fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic aeolic) πεινά̱σουσι , πεινάω to be hungry fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»